Κυρία προσεγγίζει το περίπτερο από την πόρτα, που βρίσκεται στην μεριά του δρόμου και όχι από την ανοικτή πλευρά της πρόσοψης. Τεράστια γυαλιά, ελληνική καταγωγή, ελάχιστη στο ανάστημα. Ρωτάει:
“Δεν έχεις τηλέφωνο;” (ενώ το τηλέφωνο με τον κερματοδέκτη είναι από την πλευρά αυτή, λίγο δεξιά από το κεφάλι της)
“Να το! Εδώ είναι κυρία! Χρειάζεται κέρμα όμως για να τηλεφωνήσετε“, απαντώ ευγενικά και σχετικά πρόσχαρα.
“Δώσε μου κέρμα να πάρω τότε”, μου λέει αποφασιστικά.
“Εμ, αν θέλετε, δώστε μου να σας χαλάσω σε ψιλλά για να καλέσετε.”
“Όχι! Δώσμου! Εσύ θα μου δώσεις!”
“Τι λέτε κυρία; Αφού εσείς θα τηλεφωνήσετε. Εγώ θα σας δώσω;”
“Ναι! Δικό σου είναι το τηλέφωνο! Εσύ θα μου δώσεις! “
“Μα, εγώ θα χρεωθώ το τηλέφωνο, θα σας το πληρώσω κιόλας;”
“Που να ψάχνω τώρα το πορτοφόλι μου; Δεν πρέπει να είναι εδώ. Δεν μου μιλάει τώρα τελευταία. Άντε, δώσε μου κέρμα σου λέω!”
“Κυρία.. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό.. Λυπάμαι.. Κρίμα που δεν σας μιλάει πλέον..”
“Ωχ! Το λεωφορείο που περίμενα! Φεύγω τώρα! Άλλη φορά θα μου δώσεις…”
“…”